Η Εξάρτηση ως Ψυχικό και Κοινωνικό Σύμπτωμα

Μια διεπιστημονική προσέγγιση μέσα από τον Lacan, τον Jung και τον Gabor Maté

Η εξάρτηση αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα φαινόμενα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Παρότι συχνά περιγράφεται μέσα από την οπτική της ουσίας, της συμπεριφοράς ή της βιολογικής εξάρτησης, μια τέτοια προσέγγιση δεν επαρκεί για να εξηγήσει τη συνολική της δυναμική.

Η εξάρτηση δεν αφορά αποκλειστικά τη σχέση ενός ανθρώπου με μια ουσία. Μπορεί να αφορά το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, το διαδίκτυο, τα τυχερά παιχνίδια, την καταναγκαστική κατανάλωση, τη σεξουαλική συμπεριφορά, την αναζήτηση επιβεβαίωσης ή ακόμη και συγκεκριμένες μορφές σχέσεων. Κοινό στοιχείο αυτών των διαφορετικών εκδηλώσεων είναι η ιδιαίτερη θέση που αποκτά ένα αντικείμενο ή μια δραστηριότητα μέσα στην ψυχική ζωή του υποκειμένου.

Από αυτή την άποψη, η εξάρτηση μπορεί να εξεταστεί όχι μόνο ως διαταραχή της συμπεριφοράς αλλά και ως σύμπτωμα μιας συγκεκριμένης σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία, την έλλειψη, την απόλαυση και τον Άλλο.

Η ψυχαναλυτική σκέψη του Jacques Lacan προσφέρει ένα ιδιαίτερο θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση αυτής της σχέσης. Παράλληλα, η αναλυτική ψυχολογία του Carl Jung και η κλινική προσέγγιση του Gabor Maté φωτίζουν διαφορετικές πλευρές του ίδιου φαινομένου: τη σχέση του εθισμού με το νόημα, το τραύμα, τη συναισθηματική αποσύνδεση και την ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση.

Οι τρεις προσεγγίσεις δεν ταυτίζονται ούτε προέρχονται από το ίδιο θεωρητικό σύστημα. Μπορούν, ωστόσο, να χρησιμοποιηθούν συγκριτικά για να εξεταστεί ένα κοινό ερώτημα: Τι σημαίνει για έναν άνθρωπο να εξαρτάται από κάτι και γιατί ένα συγκεκριμένο αντικείμενο αποκτά τόσο μεγάλη δύναμη μέσα στη ζωή του;

1. Η εξάρτηση πέρα από την ηθική ερμηνεία

Ιστορικά, η εξάρτηση έχει συχνά αντιμετωπιστεί μέσα από ηθικούς όρους. Ο εξαρτημένος χαρακτηρίστηκε ως αδύναμος, ανεύθυνος, ανήθικος ή άνθρωπος χωρίς αυτοέλεγχο. Μια τέτοια προσέγγιση μεταφέρει το ενδιαφέρον από την κατανόηση του φαινομένου στην αξιολόγηση του προσώπου. Ωστόσο, η επιστημονική μελέτη της εξάρτησης απαιτεί διαφορετική ερώτηση.

Όχι: «Γιατί αυτός ο άνθρωπος επιλέγει να καταστρέφει τον εαυτό του;»

αλλά: «Ποιες ψυχικές, βιολογικές και κοινωνικές συνθήκες καθιστούν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά τόσο ισχυρή ώστε να επαναλαμβάνεται παρά τις συνέπειές της;»

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η πρώτη ερώτηση προϋποθέτει ότι γνωρίζουμε ήδη την απάντηση: ότι πρόκειται για μια κακή επιλογή. Η δεύτερη αντιμετωπίζει την εξάρτηση ως φαινόμενο που χρειάζεται ερμηνεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η έννοια της ευθύνης. Σημαίνει ότι η ευθύνη και η αιτιότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει ευθύνη για τις πράξεις του και ταυτόχρονα να λειτουργεί μέσα σε ένα πολύπλοκο δίκτυο βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.

2. Ο Lacan και η δομή της επιθυμίας

Για να κατανοηθεί η λακανική προσέγγιση, χρειάζεται πρώτα να γίνει κατανοητή μία βασική ιδέα: ο άνθρωπος είναι ένα ον της επιθυμίας. Η επιθυμία δεν ταυτίζεται με την απλή ανάγκη. Η ανάγκη μπορεί να ικανοποιηθεί. Η πείνα, για παράδειγμα, μπορεί να υποχωρήσει μετά το φαγητό. Η ανθρώπινη επιθυμία όμως έχει διαφορετική δομή. Δεν αφορά μόνο ένα αντικείμενο. Συνδέεται με την αναγνώριση, την αγάπη, τη σχέση με τους άλλους και την προσπάθεια του ανθρώπου να αποκτήσει μια αίσθηση πληρότητας.

Για τον Lacan, το υποκείμενο χαρακτηρίζεται από μια θεμελιώδη έλλειψη. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος είναι «ελλιπής» με την καθημερινή έννοια. Σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποιο αντικείμενο το οποίο μπορεί να μας ολοκληρώσει οριστικά. Ο άνθρωπος επιθυμεί επειδή κάτι του λείπει. Και επειδή η έλλειψη αυτή δεν μπορεί να εξαφανιστεί οριστικά, η επιθυμία συνεχίζει να κινείται. Αυτή η δομή της επιθυμίας είναι σημαντική για την κατανόηση της εξάρτησης.

3. Όταν το αντικείμενο αποκτά υπερβολική σημασία

Στην εξάρτηση, ένα αντικείμενο ή μια δραστηριότητα μπορεί να αποκτήσει μια ιδιαίτερη θέση. Δεν είναι πλέον απλώς κάτι που προκαλεί ευχαρίστηση. Αποκτά λειτουργία. Το αντικείμενο μπορεί να συνδεθεί με την ανακούφιση από το άγχος, τη μείωση της μοναξιάς, την αποφυγή του πόνου, την αναστολή της σκέψης ή την αίσθηση προσωρινής πληρότητας. Έτσι δημιουργείται μια σχέση όπου το υποκείμενο δεν αναζητά μόνο το αντικείμενο. Αναζητά αυτό που υπόσχεται το αντικείμενο.

Η ουσία μπορεί να υπόσχεται ηρεμία. Το αλκοόλ μπορεί να υπόσχεται κοινωνικότητα. Το διαδίκτυο μπορεί να υπόσχεται διαρκή διέγερση και αναγνώριση. Τα τυχερά παιχνίδια μπορεί να υπόσχονται ένταση, προσδοκία και την αίσθηση μιας ξαφνικής αλλαγής της ζωής. Η σημασία, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο αντικείμενο αλλά στη θέση που καταλαμβάνει μέσα στην ψυχική οικονομία του υποκειμένου.

4. Η απόλαυση και το παράδοξο του εθισμού

Μία από τις πιο ιδιαίτερες έννοιες του Lacan είναι η jouissance, η οποία συνήθως μεταφράζεται ως «απόλαυση». Δεν πρόκειται απλώς για ευχαρίστηση. Η ευχαρίστηση συνδέεται συνήθως με κάτι που μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. Η απόλαυση, στη λακανική έννοια, μπορεί να είναι αντιφατική. Μπορεί να περιλαμβάνει ευχαρίστηση αλλά και πόνο, υπερβολή και καταναγκασμό. Αυτό βοηθά να κατανοηθεί ένα από τα παράδοξα της εξάρτησης: ο άνθρωπος μπορεί να συνεχίζει μια συμπεριφορά παρότι γνωρίζει ότι τον βλάπτει.

Η λογική γνώση δεν εξαφανίζει απαραίτητα τον καταναγκασμό. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει: «Αυτό μου κάνει κακό.» Και ταυτόχρονα να βιώνει: «Δεν μπορώ να μην το κάνω.» Εδώ βρίσκεται η απόσταση ανάμεσα στη γνώση και στην επιθυμία. Το υποκείμενο δεν είναι πάντοτε κύριος των κινήτρων του.

5. Η εξάρτηση ως σύμπτωμα

Στη λακανική σκέψη το σύμπτωμα δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα που πρέπει να αφαιρεθεί. Είναι και ένας τρόπος με τον οποίο κάτι εκφράζεται. Το σύμπτωμα μπορεί να λειτουργεί ως μια μορφή «γλώσσας» του ψυχισμού. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην εξάρτηση. Η συμπεριφορά μπορεί να φαίνεται παράλογη όταν εξετάζεται μόνο εξωτερικά. Αν όμως εξεταστεί η λειτουργία της, μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό νόημα. Ένα άτομο μπορεί να μην αναζητά απλώς την ουσία. Μπορεί να αναζητά: τη σιωπή του άγχους,την απομάκρυνση από ένα τραυματικό βίωμα,την αναστολή της μοναξιάς,την προσωρινή παύση της αυτοκριτικής,ή την αίσθηση ότι για λίγη ώρα δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει τον εαυτό του.

Επομένως, η εξάρτηση μπορεί να θεωρηθεί ως ένας συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο οργανώνει τη σχέση του με κάτι που δυσκολεύεται να συμβολοποιήσει ή να επεξεργαστεί διαφορετικά.

6. Ο Carl Jung και η αναζήτηση νοήματος

Η προσέγγιση του Carl Jung βρίσκεται σε διαφορετικό θεωρητικό πεδίο. Για τον Jung, η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά μέσα από την άμεση συμπεριφορά. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια διαδικασία εσωτερικής ολοκλήρωσης, την οποία ο Jung περιέγραψε με την έννοια της εξατομίκευσης. Ο άνθρωπος χρειάζεται να αναγνωρίσει πλευρές του εαυτού του που έχουν παραμεριστεί, καταπιεστεί ή παραμείνει ασυνείδητες.

Σε αυτή την προοπτική, ο εθισμός μπορεί να εξεταστεί ως μια προσπάθεια αντιμετώπισης ενός βαθύτερου ψυχικού κενού. Δεν σημαίνει ότι κάθε εξάρτηση έχει μία μοναδική ψυχολογική αιτία. Σημαίνει ότι η συμπεριφορά μπορεί να συνδέεται με την αναζήτηση μιας αίσθησης ολοκλήρωσης, ταυτότητας ή νοήματος. Ο Jung ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για αυτό που βρίσκεται πίσω από το φαινόμενο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο: «Τι κάνει το άτομο;» αλλά: «Τι συμβολίζει αυτή η πράξη για την ψυχική του ζωή;»

7. Ο Gabor Maté και το τραύμα

Ο Gabor Maté μεταφέρει το ζήτημα σε ένα περισσότερο αναπτυξιακό και κλινικό επίπεδο. Στο έργο του έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση ανάμεσα στο τραύμα, τη συναισθηματική παραμέληση, την αποσύνδεση και την εξάρτηση. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, ο εθισμός μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος ρύθμισης ενός ψυχικού πόνου. Η συμπεριφορά δεν εμφανίζεται απαραίτητα επειδή το άτομο «αγαπά» την ουσία. Μπορεί να εμφανίζεται επειδή η ουσία προσφέρει μια προσωρινή αλλαγή της εσωτερικής κατάστασης. Αυτό δημιουργεί μια σημαντική μετατόπιση: ο εθισμός δεν εξετάζεται μόνο ως αναζήτηση ευχαρίστησης αλλά και ως προσπάθεια ανακούφισης.

Ο άνθρωπος μπορεί να μην αναζητά περισσότερο πόνο ή καταστροφή. Μπορεί να προσπαθεί να αποφύγει έναν πόνο που ήδη υπάρχει.

8. Η παιδική ηλικία και η δημιουργία του υποκειμένου

Η παιδική ηλικία έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή εκεί διαμορφώνονται οι πρώτες σχέσεις του ανθρώπου με την ασφάλεια, την αγάπη, την απουσία και την επιθυμία. Το παιδί χρειάζεται να αισθάνεται ότι μπορεί να υπάρχει μέσα στη σχέση χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψει τον εαυτό του. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, μπορεί να αναπτυχθούν μορφές προσαρμογής. Το παιδί μπορεί να μάθει να κρύβει τον θυμό του. Να μην εκφράζει φόβο. Να μη ζητά βοήθεια. Να προσπαθεί να είναι αυτό που οι άλλοι χρειάζονται. Με τον χρόνο, αυτό μπορεί να δημιουργήσει απόσταση ανάμεσα στο άτομο και στα πραγματικά του συναισθήματα.

Η εξάρτηση, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος επανασύνδεσης με μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση ή ως τρόπος απομάκρυνσης από μια άλλη.

9. Ο Άλλος, η αναγνώριση και η κοινωνία

Ο Lacan υποστηρίζει ότι η επιθυμία του ανθρώπου συνδέεται με την επιθυμία του Άλλου. Ο άνθρωπος δεν επιθυμεί σε ένα κοινωνικό κενό. Από την παιδική ηλικία μαθαίνει να αναρωτιέται: «Τι θέλουν από εμένα;» «Πώς πρέπει να είμαι για να με αγαπούν;» «Τι πρέπει να αποκτήσω για να αξίζω;»

Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι ατομικές μόνο. Συνδέονται με την οικογένεια, την κοινωνία και τον πολιτισμό. Και η σύγχρονη κοινωνία παράγει έναν τεράστιο αριθμό αντικειμένων που υπόσχονται ικανοποίηση. Η διαφήμιση, η κατανάλωση, τα κοινωνικά δίκτυα και η ψηφιακή τεχνολογία λειτουργούν συχνά πάνω στην ίδια βασική υπόσχεση: «Αυτό που σου λείπει βρίσκεται εδώ.»

Το πρόβλημα είναι ότι η ικανοποίηση είναι προσωρινή. Μόλις αποκτηθεί το αντικείμενο, εμφανίζεται ένα νέο. Η επιθυμία μετακινείται. Και αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο της καταναλωτικής κοινωνίας.

10. Από την κατανάλωση στην εξάρτηση

Δεν σημαίνει ότι κάθε μορφή κατανάλωσης οδηγεί σε εξάρτηση. Η σύγχρονη κοινωνία όμως έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η άμεση ικανοποίηση είναι διαρκώς διαθέσιμη. Μπορούμε να αγοράσουμε άμεσα. Να παραγγείλουμε άμεσα. Να επικοινωνήσουμε άμεσα. Να διασκεδάσουμε άμεσα. Να λάβουμε επιβεβαίωση άμεσα. Η αναμονή, η ματαίωση και η έλλειψη γίνονται όλο και πιο δύσκολα ανεκτές.

Έτσι, δημιουργείται ένα πολιτισμικό περιβάλλον όπου η επιθυμία μετατρέπεται εύκολα σε απαίτηση για άμεση ικανοποίηση. Η εξάρτηση αποτελεί μια ακραία μορφή αυτής της λογικής. Το αντικείμενο δεν είναι πλέον απλώς επιθυμητό. Γίνεται αναγκαίο.

11. Η οικογένεια ως σύστημα σχέσεων

Η εξάρτηση δεν περιορίζεται στο άτομο. Επηρεάζει τη δομή της οικογένειας και, αντίστροφα, επηρεάζεται από αυτήν. Μια εξαρτητική συμπεριφορά μπορεί να δημιουργήσει συγκρούσεις, δυσπιστία, οικονομική πίεση, συναισθηματική απομάκρυνση και αλλαγές στους ρόλους των μελών της οικογένειας. Έτσι, η εξάρτηση μπορεί να μετακινηθεί από το επίπεδο του ατομικού συμπτώματος στο επίπεδο του οικογενειακού συστήματος.

Ο άνθρωπος δυσλειτουργεί μέσα στη σχέση. Η σχέση αντιδρά. Η αντίδραση της οικογένειας επηρεάζει ξανά τον άνθρωπο. Και έτσι δημιουργείται ένας κυκλικός μηχανισμός. Δεν υπάρχει μόνο «ο εξαρτημένος». Υπάρχει ένα σύστημα σχέσεων μέσα στο οποίο η εξάρτηση αποκτά συγκεκριμένο νόημα και συνέπειες.

12. Η αυτονομία και το παράδοξο της επιλογής

Η αυτονομία προϋποθέτει την ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, να κρίνει και να αποφασίζει. Η εξάρτηση θέτει αυτή την ικανότητα υπό πίεση. Ο άνθρωπος μπορεί να εξακολουθεί να λαμβάνει αποφάσεις, αλλά η περιοχή των πραγματικών επιλογών του περιορίζεται.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: η εξάρτηση μπορεί να βιώνεται ως προσωπική επιλογή ενώ ταυτόχρονα περιορίζει δραστικά την ελευθερία επιλογής. Το: «Έχω το δικαίωμα να το κάνω» δεν απαντά στην ερώτηση: «Μπορώ πραγματικά να επιλέξω να μην το κάνω;» Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε χρήση στερεί από τον άνθρωπο την αυτονομία του. Σημαίνει ότι η αυτονομία δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από την ύπαρξη μιας τυπικής επιλογής. Πρέπει να εξετάζεται και η δυνατότητα του υποκειμένου να επιλέγει χωρίς να βρίσκεται υπό την κυριαρχία ενός καταναγκασμού.

13. Η εξάρτηση και η διάβρωση της υποκειμενικότητας

Ίσως η βαθύτερη συνέπεια της εξάρτησης να μην είναι μόνο η σωματική ή κοινωνική βλάβη. Είναι η αλλαγή της ίδιας της θέσης του ανθρώπου απέναντι στη ζωή του.

Σταδιακά, το άτομο μπορεί να αρχίσει να οργανώνει τον χρόνο του, τις σχέσεις του, τις αποφάσεις του και τις δραστηριότητές του γύρω από την εξάρτηση. Η ζωή δεν οργανώνεται πλέον γύρω από την επιθυμία του υποκειμένου. Οργανώνεται γύρω από την απαίτηση του αντικειμένου. Και εδώ η λακανική σκέψη γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη. Το ερώτημα δεν είναι απλώς: «Τι έχει το άτομο;» Αλλά: «Τι θέση έχει αυτό το αντικείμενο μέσα στην επιθυμία του;» Όταν το αντικείμενο αποκτά κεντρική θέση, το υποκείμενο αρχίζει να οργανώνει τη ζωή του γύρω από αυτό. Αυτό είναι μια βαθιά μετατόπιση από την επιθυμία προς την υποταγή.

14. Η εξάρτηση ως κοινωνικό σύμπτωμα

Αν η εξάρτηση εμφανίζεται σε μεγάλη κλίμακα, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικά ατομικό πρόβλημα. Οι μορφές εξάρτησης μεταβάλλονται μαζί με τις κοινωνικές συνθήκες. Άλλες εποχές δημιούργησαν διαφορετικές μορφές εξάρτησης. Η σύγχρονη εποχή έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες: ψηφιακές πλατφόρμες, διαδικτυακό τζόγο, συνεχή κατανάλωση περιεχομένου, μηχανισμούς άμεσης επιβράβευσης και διαρκή έκθεση σε αντικείμενα επιθυμίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία «δημιουργεί» μηχανικά τον εξαρτημένο. Σημαίνει ότι το κοινωνικό περιβάλλον επηρεάζει τα αντικείμενα, τις συμπεριφορές και τις μορφές μέσα από τις οποίες η επιθυμία μπορεί να οργανωθεί.

Η εξάρτηση, επομένως, μπορεί να εξεταστεί και ως κοινωνικό σύμπτωμα. Ένα σύμπτωμα που δεν αφορά μόνο το άτομο αλλά αποκαλύπτει κάτι για τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία οργανώνει την επιθυμία, την κατανάλωση, τη σχέση και την ικανοποίηση.

15. Jung, Lacan και Maté: τρεις διαφορετικές διαδρομές

Οι τρεις θεωρητικές προσεγγίσεις δεν πρέπει να συγχέονται. Ο Jung ενδιαφέρεται για την εσωτερική ολοκλήρωση, το ασυνείδητο, τη σκιά και την αναζήτηση νοήματος. Ο Lacan εστιάζει στη γλώσσα, στην επιθυμία, στην έλλειψη, στον Άλλο, στο σύμπτωμα και στην απόλαυση. Ο Maté εστιάζει περισσότερο στη σχέση ανάμεσα στο τραύμα, τη συναισθηματική αποσύνδεση, την ανάπτυξη και την εξαρτητική συμπεριφορά. Οι τρεις προσεγγίσεις δεν δίνουν την ίδια εξήγηση. Μπορούν όμως να φωτίσουν διαφορετικές πλευρές του ίδιου φαινομένου.

Ο Jung βοηθά να τεθεί το ερώτημα: «Ποιο νόημα αναζητά η ψυχή;» Ο Maté:«Από ποιον πόνο προσπαθεί να προστατευτεί το άτομο;» Ο Lacan: «Τι θέση έχει το αντικείμενο μέσα στην επιθυμία και την απόλαυση του υποκειμένου;» Μαζί, αυτά τα ερωτήματα δημιουργούν μια πιο σύνθετη εικόνα.

16. Από το «γιατί το κάνει;» στο «τι λειτουργία έχει;

Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη μετατόπιση στην κατανόηση της εξάρτησης. Η ερώτηση: «Γιατί το κάνει;» συχνά οδηγεί σε απλοϊκές απαντήσεις. «Επειδή δεν έχει θέληση.» «Επειδή είναι αδύναμος.» «Επειδή θέλει να ξεφύγει.» Η ερώτηση: «Τι λειτουργία έχει αυτή η συμπεριφορά μέσα στην ψυχική και κοινωνική ζωή του ατόμου;» είναι περισσότερο ερευνητική. Μπορεί να αποκαλύψει ότι η ίδια συμπεριφορά μπορεί να έχει διαφορετική λειτουργία για διαφορετικούς ανθρώπους.

Για έναν άνθρωπο μπορεί να αφορά τη μείωση του άγχους. Για έναν άλλο τη διαχείριση της μοναξιάς. Για κάποιον άλλο την αναζήτηση έντασης. Για κάποιον άλλο την αποφυγή τραυματικών αναμνήσεων. Δεν υπάρχει επομένως μία και μοναδική ψυχολογική εξήγηση για όλες τις εξαρτήσεις.

Συμπέρασμα

Η εξάρτηση αποτελεί ένα φαινόμενο στο οποίο συναντώνται το σώμα, ο ψυχισμός, η οικογένεια, η κοινωνία, η ιστορία και ο πολιτισμός.

Η κατανόησή της απαιτεί να υπερβούμε την απλοϊκή αντίληψη σύμφωνα με την οποία πρόκειται απλώς για μια λανθασμένη προσωπική επιλογή.

Από τη λακανική σκοπιά, η εξάρτηση μπορεί να εξεταστεί ως μια ιδιαίτερη σχέση του υποκειμένου με την έλλειψη, την επιθυμία, το αντικείμενο και την απόλαυση.

Το αντικείμενο της εξάρτησης αποκτά μια θέση που υπερβαίνει τη χρηστική του αξία. Υπόσχεται κάτι περισσότερο από ευχαρίστηση: υπόσχεται προσωρινά να μεταβάλει τη σχέση του ανθρώπου με το εσωτερικό του κενό.

Ο Jung επιτρέπει να εξεταστεί αυτή η διαδικασία από την πλευρά της αναζήτησης νοήματος και της σχέσης του ανθρώπου με τις ασυνείδητες πλευρές του εαυτού του.

Ο Maté, από διαφορετική αφετηρία, αναδεικνύει τη σημασία του τραύματος, της συναισθηματικής αποσύνδεσης και της ανάγκης για ανακούφιση.

Και η κοινωνική διάσταση υπενθυμίζει ότι το υποκείμενο δεν υπάρχει έξω από την εποχή του. Η κοινωνία παράγει συγκεκριμένα αντικείμενα επιθυμίας, συγκεκριμένες μορφές κατανάλωσης και συγκεκριμένους τρόπους σχέσης με την ικανοποίηση.

Έτσι, η εξάρτηση μπορεί να ιδωθεί ως ένα φαινόμενο πολλαπλών επιπέδων.

Είναι βιολογική διαδικασία, αλλά όχι μόνο βιολογική.
Είναι ψυχική λειτουργία, αλλά όχι μόνο ψυχική.
Είναι κοινωνικό φαινόμενο, αλλά όχι μόνο κοινωνικό.

Και ίσως ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα εξηγεί γιατί η εξάρτηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν μόνο ορισμό.

Ο εξαρτημένος δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που «δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του».

Είναι ένα υποκείμενο του οποίου η σχέση με την επιθυμία, την απόλαυση, το σώμα, τον Άλλο και το κοινωνικό περιβάλλον έχει αποκτήσει μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερα ισχυρή μορφή.

Η μελέτη της εξάρτησης, επομένως, δεν μας πληροφορεί μόνο για τις ουσίες ή τις συμπεριφορές που προκαλούν εξάρτηση.

Μας πληροφορεί για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Για το πώς επιθυμεί.

Για το πώς υποφέρει.

Για το πώς αναζητά ανακούφιση.

Για το πώς συνδέεται με τους άλλους.

Και, τελικά, για το παράδοξο της ανθρώπινης ελευθερίας:

ο άνθρωπος δεν υποδουλώνεται πάντοτε σε αυτό που μισεί· μερικές φορές υποδουλώνεται σε αυτό που, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, του προσφέρει αυτό που περισσότερο χρειάζεται.